raisin
Pronunciation
/ˈɹeɪzɪn/

Ορισμός και σημασία του "raisin"στα αγγλικά

01

σταφίδα, αποξηραμένο σταφύλι

a dried grape, often used in baking, cooking, or as a snack
raisin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raisins
Παραδείγματα
The bread was soft and filled with raisins and cinnamon.
Το ψωμί ήταν μαλακό και γεμάτο με σταφίδες και κανέλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store