Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radioactivity
01
ραδιενέργεια
the emission of ionizing radiation or particles caused by the spontaneous disintegration of atomic nuclei in radioactive substances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The phenomenon of radioactivity was discovered by Henri Becquerel while studying the properties of uranium salts.
Το φαινόμενο της ραδιενέργειας ανακαλύφθηκε από τον Ανρί Μπεκερέλ ενώ μελετούσε τις ιδιότητες των αλάτων του ουρανίου.
Λεξικό Δέντρο
radioactivity
radioact



























