Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radioactive material
01
ραδιενεργό υλικό, ραδιενεργή ουσία
material that is radioactive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
radioactive materials
LanGeek



























