racialism
ra
ˈreɪ
ρει
cia
ʃə
σα
li
λι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "racialism"στα αγγλικά

01

ρατσισμός, φυλετικές διακρίσεις

discriminatory or abusive behavior towards members of another race 
racialism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
racialisms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

racialism
racial
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store