Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Racialism
01
ρατσισμός, φυλετικές διακρίσεις
discriminatory or abusive behavior towards members of another race
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
racialisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
racialism
racial



























