racehorse
race
ˈreɪs
reis
horse
hɔ:s
haws

Ορισμός και σημασία του "racehorse"στα αγγλικά

01

άλογο αγώνων, καθαρόαιμο

a horse bred and trained specifically for racing 
racehorse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
racehorses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

racehorse

race

+

horse

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store