Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rabbit-eared bandicoot
/ɹˈæbɪtˈɪɹd bˈændɪkˌuːt/
Rabbit-eared bandicoot
01
μπαντικούτ με κουνελίσια αυτιά, μπαντικούτ που έχει αυτιά σαν κουνέλι
bandicoot with leathery ears like a rabbit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rabbit-eared bandicoots



























