rabbit
Pronunciation
/ˈræbɪt/

Ορισμός και σημασία του "rabbit"στα αγγλικά

01

κουνέλι

an animal that is small, eats plants, has a short tail, long ears, and soft fur
rabbit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rabbits
Παραδείγματα
The rabbit's long ears help them detect sounds.
Τα μακριά αυτιά του κουνελιού τα βοηθούν να ανιχνεύουν ήχους.
1.1

κουνέλι, κρέας κουνελιού

meat from a rabbit, eaten as food
rabbit definition and meaning
Παραδείγματα
The chef prepared a gourmet tasting menu featuring rabbit as the main course, paired with seasonal vegetables and sauces.
Ο σεφ ετοίμασε ένα γκουρμέ μενού δοκιμασίας με κουνέλι ως κύριο πιάτο, συνοδευόμενο από εποχικά λαχανικά και σάλτσες.
02

γούνα κουνελιού, δέρμα κουνελιού

the fur of a rabbit
to rabbit
01

κυνηγώ κουνέλια

hunt rabbits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rabbit
γ΄ ενικό πρόσωπο
rabbits
ενεστώτα μετοχή
rabbiting
απλός αόριστος
rabbited
παθητική μετοχή
rabbited
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store