rabbi
ra
ˈræ
bbi
baɪ
bai
tabi

Ορισμός και σημασία του "rabbi"στα αγγλικά

01

ραβίνος, δάσκαλος

a religious teacher, scholar, or leader of Judaism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rabbis
Παραδείγματα
The rabbi led the prayers in the synagogue. 

Ο ραβίνος οδήγησε τις προσευχές στη συναγωγή.

02

ραβίνος, δάσκαλος

a Hebrew title of respect for a Jewish scholar or teacher 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store