quick-tempered
quick
kwɪk
κουικ
tem
tɛm
τεμ
pered
pəd
παντ

Ορισμός και σημασία του "quick-tempered"στα αγγλικά

quick-tempered
01

ευέξαπτος, οξύθυμος

(of a person) easily and quickly angered or irritated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quick-tempered
συγκριτικός βαθμός
more quick-tempered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, emotion
Παραδείγματα
She has a quick-tempered nature, often losing her patience over small issues. 

Έχει μια ευέξαπτη φύση, συχνά χάνει την υπομονή της για μικρά θέματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store