Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quay
01
αποβάθρα, προβλήτα
a structure built along the edge of a body of water, such as a river or an ocean
Παραδείγματα
The historic quay, lined with old warehouses converted into trendy shops and restaurants, had become a popular destination for locals and visitors alike.
Η ιστορική αποβάθρα, με παλιά αποθήκες που μετατράπηκαν σε μοντέρνα καταστήματα και εστιατόρια, είχε γίνει ένας δημοφιλής προορισμός τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους επισκέπτες.
Λεξικό Δέντρο
quayage
quay



























