quaver
qua
ˈkweɪ
κουει
ver
vɜr
βερρ
/kwˈe‍ɪvɐ/

Ορισμός και σημασία του "quaver"στα αγγλικά

01

τρεμούλα, τρόμος

a tremulous sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quavers
to quaver
01

τρεμουλιάζω, δονώ

to speak or sing in a vibratory or shaky sound, especially when nervous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quaver
γ΄ ενικό πρόσωπο
quavers
ενεστώτα μετοχή
quavering
απλός αόριστος
quavered
παθητική μετοχή
quavered
02

τρεμοπαίζω, ταλαντεύομαι

give off unsteady sounds, alternating in amplitude or frequency
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store