Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quaver
01
τρεμούλα, τρόμος
a tremulous sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quavers
to quaver
01
τρεμουλιάζω, δονώ
to speak or sing in a vibratory or shaky sound, especially when nervous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quaver
γ΄ ενικό πρόσωπο
quavers
ενεστώτα μετοχή
quavering
απλός αόριστος
quavered
παθητική μετοχή
quavered
02
τρεμοπαίζω, ταλαντεύομαι
give off unsteady sounds, alternating in amplitude or frequency



























