Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quarry
01
λατομείο, ορυχείο
a site where large quantities of rock, stone, or minerals are extracted from the Earth's crust for industrial use or construction purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quarries
Παραδείγματα
The quarry supplied limestone for the construction of the new highway.
Το λατομείο παρείχε ασβεστόλιθο για την κατασκευή της νέας αυτοκινητοδρόμου.
02
θηράμα, θύμα
an animal pursued by a hunter or predator as prey
Παραδείγματα
The lion stalked its quarry through the tall grass.
Το λιοντάρι παρακολουθούσε το θηράμα του μέσα από το ψηλό γρασίδι.
03
θήραμα, στόχος
someone who is the target of pursuit, attack, or exploitation
Παραδείγματα
The journalist became the quarry of online trolls.
Ο δημοσιογράφος έγινε θηράμα των διαδικτυακών τρολ.
to quarry
01
εξορύσσω, ανασκάπτω
to extract stone or other materials from the earth, typically from a pit or open excavation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
quarries
ενεστώτα μετοχή
quarrying
απλός αόριστος
quarried
παθητική μετοχή
quarried
Παραδείγματα
They quarried limestone from the hillside for the new building.
Αυτοί εξόρυσαν ασβεστόλιθο από την πλαγιά του λόφου για το νέο κτίριο.



























