bank loan
bank
bænk
bānk
loan
ləʊn
lewn

Ορισμός και σημασία του "bank loan"στα αγγλικά

01

τραπεζικό δάνειο, τραπεζική πίστωση

a sum of money borrowed from a bank that is typically repaid over a period of time with interest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bank loans
Παραδείγματα
She applied for a bank loan to start her own business. 

Κάνατε αίτηση για τραπεζικό δάνειο για να ξεκινήσετε τη δική σας επιχείρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store