Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Putty
01
στόκος, γύψος
a pliable material used for filling gaps and cracks in surfaces, providing a smooth and durable finish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to putty
01
εφαρμόζω στόκο, στοκώνω
apply putty in order to fix or fill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
putty
γ΄ ενικό πρόσωπο
putties
ενεστώτα μετοχή
puttying
απλός αόριστος
puttied
παθητική μετοχή
puttied



























