Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put right
01
διορθώνω, αποζημιώνω
to resolve a situation or make amends for a mistake or wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
right
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put right
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts right
ενεστώτα μετοχή
putting right
απλός αόριστος
put right
παθητική μετοχή
put right
Παραδείγματα
It took a lot of effort to put right the damage caused by the storm.
Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να διορθωθούν οι ζημιές που προκάλεσε η καταιγίδα.
02
διορθώνω, επισκευάζω
to correct or fix something that is wrong or not in the proper condition



























