Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put right
01
διορθώνω, αποζημιώνω
to resolve a situation or make amends for a mistake or wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
right
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put right
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts right
ενεστώτα μετοχή
putting right
απλός αόριστος
put right
παθητική μετοχή
put right
Παραδείγματα
She did everything she could to put right the situation with her friend.
Έκανε ό,τι μπορούσε για να διορθώσει την κατάσταση με τη φίλη της.
02
διορθώνω, επισκευάζω
to correct or fix something that is wrong or not in the proper condition



























