Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put on airs
01
το παίζει σπουδαίος, παίρνει ύφος
to behave in a way that makes others think one is more important or of higher status than one actually is
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Ever since he got that new job, he's been putting on airs.
Από τότε που πήρε εκείνη τη νέα δουλειά, το παίζει σπουδαίος.



























