Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bang up
01
ζημιώνω, καταστρέφω
to cause harm to someone or something in a violent manner
Dialect
American
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
bang
ενεστώτας
bang up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bangs up
ενεστώτα μετοχή
banging up
απλός αόριστος
banged up
παθητική μετοχή
banged up
Παραδείγματα
The storm's strong winds and hailstorm really banged up the cars parked outside.
Οι δυνατοί άνεμοι και η χαλαζοθύελλα της καταιγίδας πραγματικά έβλαψαν τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα έξω.
02
φυλακίζω, βάζω στη φυλακή
to put someone in jail
Dialect
British
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The authorities decided to bang up the suspect until the investigation was complete.
Οι αρχές αποφάσισαν να φυλακίσουν τον ύποπτο μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα.
03
γκρεμίζω, κάνω έγκυος
to make someone pregnant
Dialect
British
ανεπίσημο



























