Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bang up
01
ζημιώνω, καταστρέφω
to cause harm to someone or something in a violent manner
Dialect
American
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
bang
ενεστώτας
bang up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bangs up
ενεστώτα μετοχή
banging up
απλός αόριστος
banged up
παθητική μετοχή
banged up
Παραδείγματα
After the car crash, the driver was banged up but thankfully not seriously injured.
Μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο οδηγός τραυματίστηκε αλλά ευτυχώς δεν τραυματίστηκε σοβαρά.
02
φυλακίζω, βάζω στη φυλακή
to put someone in jail
Dialect
British
informal
Παραδείγματα
The police officer decided to bang up the individual caught stealing from the store.
Ο αστυνομικός αποφάσισε να βάλει στη φυλακή το άτομο που πιάστηκε να κλέβει από το μαγαζί.
03
γκρεμίζω, κάνω έγκυος
to make someone pregnant
Dialect
British
informal



























