Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put aside
01
αφήνω στην άκρη, ξεχνώ
to forget a feeling, disagreement, or dispute
Transitive: to put aside a feeling or disagreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts aside
ενεστώτα μετοχή
putting aside
απλός αόριστος
put aside
παθητική μετοχή
put aside
Παραδείγματα
After years of rivalry, the two competitors decided to put aside their differences and collaborate.
Μετά από χρόνια αντιπαλότητας, οι δύο ανταγωνιστές αποφάσισαν να αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους και να συνεργαστούν.
02
αποταμιεύω, φυλάσσω
to save money for a specific goal or need
Transitive: to put aside money
Παραδείγματα
She's been putting aside money for her dream vacation.
Αυτή αποταμιεύει χρήματα για τις ονειρεμένες της διακοπές.
03
αφήνω στην άκρη, σταματώ τη χρήση
to stop the utilization of something
Transitive: to put aside something outdated or useless
Παραδείγματα
She decided to put aside her old laptop after it became too slow.
Αποφάσισε να αφήσει στην άκρη τον παλιό της φορητό υπολογιστή αφού έγινε πολύ αργός.



























