push out
push
pʊʃ
poosh
out
aʊt
awt
/pˈʊʃ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "push out"στα αγγλικά

to push out
01

σπρώχνω προς τα έξω, εκτοπίζω

push to thrust outward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes out
ενεστώτα μετοχή
pushing out
απλός αόριστος
pushed out
παθητική μετοχή
pushed out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store