Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push out
01
σπρώχνω προς τα έξω, εκτοπίζω
push to thrust outward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push out
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes out
ενεστώτα μετοχή
pushing out
απλός αόριστος
pushed out
παθητική μετοχή
pushed out



























