Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pupil
01
μαθητής, σχολικός
a student, typically in a school or educational setting, who is learning under the guidance of a teacher
Παραδείγματα
The school provided resources to support pupils with special educational needs.
Το σχολείο παρείχε πόρους για την υποστήριξη μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Παραδείγματα
The photographer adjusted the camera settings to capture the reflection of light in the model 's pupils.
Ο φωτογράφος προσάρμοσε τις ρυθμίσεις της φωτογραφικής μηχανής για να καταγράψει την ανάκλαση του φωτός στις κόρες του μοντέλου.
03
μαθητής, σχολιαστής
someone who is receiving education, particularly a schoolchild
Dialect
British
Παραδείγματα
The school 's policy requires pupils to wear uniforms as part of the dress code.
Η πολιτική του σχολείου απαιτεί οι μαθητές να φορούν στολές ως μέρος του κώδικα ενδυμασίας.
Λεξικό Δέντρο
pupilage
pupil



























