Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punch line
01
ατάκα, τελική στροφή
the final part of a joke or a humorous story that is intended to make the audience laugh or surprise them with a clever twist or unexpected ending
Idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
punch lines
Παραδείγματα
The punch line of the argument was so obvious that it made me roll my eyes.
Η ατάκα του επιχειρήματος ήταν τόσο προφανής που με έκανε να γυρίσω τα μάτια μου.



























