pulmonary valve
pul
ˈpʊl
pool
mo
na
ry
ri
ri
valve
vælv
vālv

Ορισμός και σημασία του "pulmonary valve"στα αγγλικά

Pulmonary valve
01

πνευμονική βαλβίδα, βαλβίδα πνευμονικής αρτηρίας

a heart valve that allows blood to flow from the right ventricle to the pulmonary artery 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pulmonary valves
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store