Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pull away
01
απομακρύνομαι, υποχωρώ
to move or back away from someone or something, often suddenly or quickly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
pull
ενεστώτας
pull away
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulls away
ενεστώτα μετοχή
pulling away
απλός αόριστος
pulled away
παθητική μετοχή
pulled away
Παραδείγματα
She pulled away when he tried to hug her.
Απομακρύνθηκε όταν προσπάθησε να την αγκαλιάσει.
02
απομακρύνομαι, προσπερνώ
to move forward, often in relation to competitors or a previous position
Παραδείγματα
The leading cyclist started to pull away in the mountain stage.
Ο κορυφαίος ποδηλάτης άρχισε να απομακρύνεται στο βουνό.
03
αποσπώ, ξεκολλώ
to remove something by pulling or tearing it off
Παραδείγματα
She accidentally pulled the price tag away while examining the dress.
Απομάκρυνε κατά λάθος την ετικέτα τιμής ενώ εξέταζε το φόρεμα.
04
απομακρύνομαι, ξεκινώ
(of a vehicle) to start moving forward or away from a place
Παραδείγματα
The bus pulled away from the stop quickly.
Το λεωφορείο απομακρύνθηκε γρήγορα από τη στάση.



























