puffy
Pronunciation
/ˈpəfi/

Ορισμός και σημασία του "puffy"στα αγγλικά

01

φουσκωμένος, αφράτος

being puffed out; used of hair style or clothing
puffy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
puffiest
συγκριτικός βαθμός
puffier
διαβαθμίσιμο
02

φυσώντας σε ριπές, διαλείπων

blowing in puffs or short intermittent blasts
03

φουσκωμένος, πρησμένος

abnormally distended especially by fluids or gas

Λεξικό Δέντρο

puffiness
puffy
puff
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store