Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puffy
01
φουσκωμένος, αφράτος
being puffed out; used of hair style or clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
puffiest
συγκριτικός βαθμός
puffier
διαβαθμίσιμο
02
φυσώντας σε ριπές, διαλείπων
blowing in puffs or short intermittent blasts
03
φουσκωμένος, πρησμένος
abnormally distended especially by fluids or gas
Λεξικό Δέντρο
puffiness
puffy
puff



























