Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Puck
01
πάκα, δίσκος χόκεϊ
a small, flat rubber disk used in ice hockey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pucks
Παραδείγματα
She skillfully passed the puck to her teammate for the winning goal.
Πέρασε επιδέξια το δίσκο στη συμπαίκτρια της για το νικηφόρο γκολ.
02
κακότροπο ξωτικό, διαβολάκι
a mischievous sprite of English folklore
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
puckish
puck



























