publisher
Pronunciation
/ˈpəbɫɪʃɝ/

Ορισμός και σημασία του "publisher"στα αγγλικά

01

εκδότης, εκδοτικός οίκος

a person or firm that manages the preparation and public distribution of printed material such as books, newspapers, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
publishers
Παραδείγματα
The publisher's role is crucial in ensuring that high-quality content reaches readers.
Ο ρόλος του εκδότη είναι καθοριστικός για να διασφαλιστεί ότι υψηλής ποιότητας περιεχόμενο φτάνει στους αναγνώστες.
02

εκδότης, διευθυντής δημοσιεύσεων

the owner or manager of a newspaper
Παραδείγματα
The publisher faced criticism for the paper's biased reporting.
Ο εκδότης αντιμετώπισε κριτική για την προκατειλημμένη ενημέρωση της εφημερίδας.

Λεξικό Δέντρο

publisher
publish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store