Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Public mover
01
εταιρεία μεταφορών, μεταφορέας
a company that moves the possessions of a family or business from one site to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
public movers



























