pteropus
pteropus
'tɛrəpəs
terēpēs

Ορισμός και σημασία του "pteropus"στα αγγλικά

01

πτερόπους, ιπτάμενη αλεπού

a genus of Megachiroptera 
pteropus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pteropuses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store