Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Psychotherapeutics
01
ψυχοθεραπευτική, ψυχολογική θεραπεία
the branch of psychiatry concerned with psychological methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
psychotherapeutics
psychotherapeut



























