Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prosthetic device
01
προσθετική συσκευή, πρόθεση
corrective consisting of a replacement for a part of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prosthetic devices
LanGeek



























