ballcock
ball
ˈbɔ:l
bawl
cock
kɒk
kok
ballockballsack

Ορισμός και σημασία του "ballcock"στα αγγλικά

01

βαλβίδα πλωτήρα, μηχανισμός πλήρωσης της λεκάνης

a valve that regulates the water level in a toilet tank by using a floating ball to control the flow of water from the supply line 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ballcocks
Παραδείγματα
The ballcock in the toilet broke, causing the cistern to overfill with water. 

Ο πλωτήρας στην τουαλέτα έσπασε, προκαλώντας την υπερπλήρωση της δεξαμενής με νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store