professionalism
pro
prə
πρα
fe
ˈfɛ
φε
ssio
ʃə
σα
na
να
li
ˌlɪ
λι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "professionalism"στα αγγλικά

Professionalism
01

επαγγελματισμός, επαγγελματική ικανότητα

the expertness characteristic of a professional person 
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

professionalism
professional
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store