Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Procedure
Παραδείγματα
Safety procedures must be followed in the laboratory.
Οι διαδικασίες ασφαλείας πρέπει να τηρούνται στο εργαστήριο.
02
διαδικασία, παρέμβαση
an operation performed by medical professionals to diagnose, treat, etc. a medical condition or injury
Παραδείγματα
The hospital's operating room is equipped with advanced technology to facilitate complex surgical procedures.
Το χειρουργείο του νοσοκομείου είναι εξοπλισμένο με προηγμένη τεχνολογία για τη διευκόλυνση πολύπλοκων χειρουργικών διαδικασιών.
03
διαδικασία, κανονισμός
the prescribed method or rules for conducting legal or parliamentary actions
Παραδείγματα
Filing complaints requires following specific legal procedure.
Η υποβολή καταγγελιών απαιτεί την τήρηση μιας συγκεκριμένης νομικής διαδικασίας.
04
διαδικασία, υποπρόγραμμα
a defined sequence of steps in a computer program, often performing a specific function
Παραδείγματα
Debugging a procedure helps prevent errors in the main program.
Ο εντοπισμός σφαλμάτων μιας διαδικασίας βοηθά στην πρόληψη σφαλμάτων στο κύριο πρόγραμμα.
Λεξικό Δέντρο
procedural
procedure



























