Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to privatize
01
ιδιωτικοποιώ, μεταφέρω στον ιδιωτικό τομέα
to change the ownership of an industry, service, or business from public to private
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
privatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
privatizes
ενεστώτα μετοχή
privatizing
απλός αόριστος
privatized
παθητική μετοχή
privatized
Παραδείγματα
The decision to privatize the public transportation system sparked debate among citizens and policymakers.
Η απόφαση να ιδιωτικοποιηθεί το δημόσιο σύστημα μεταφορών πυροδότησε διαμάχη μεταξύ πολιτών και πολιτικών.
Λεξικό Δέντρο
privatize
private
priv



























