printable
prin
ˈprɪn
prin
table
təbl
tēbl

Ορισμός και σημασία του "printable"στα αγγλικά

01

δημοσιεύσιμος, εκτυπώσιμος

suitable for publication because of lacking content that is morally or legally objectionable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most printable
συγκριτικός βαθμός
more printable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The article was deemed printable after the editor removed any potentially offensive content. 

Το άρθρο κρίθηκε εκτυπώσιμο αφού ο επιμελητής αφαίρεσε οποιοδήποτε δυνητικά προσβλητικό περιεχόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store