Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Primary tooth
01
γαλακτοδόντι, πρωτογενές δόντι
one of the first temporary teeth of a young mammal (one of 20 in children)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primary teeth



























