primary tooth
pri
ˈpraɪ
πραι
ma
μα
ry
ri
ρι
tooth
tu:θ
τουθ
/pɹˈaɪməɹi tˈuːθ/

Ορισμός και σημασία του "primary tooth"στα αγγλικά

01

γαλακτοδόντι, πρωτογενές δόντι

one of the first temporary teeth of a young mammal (one of 20 in children)
primary tooth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primary teeth
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store