pretrial
pre
pri:
pri
trial
traɪəl
traiel
/pɹiːtɹˈa‍ɪə‍l/

Ορισμός και σημασία του "pretrial"στα αγγλικά

01

προδικαστικός, προπαρασκευαστική ακρόαση

a meeting or process before a trial to plan the case and decide what will be discussed in court
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pretrials
Παραδείγματα
Pretrial motions can affect how the trial proceeds.
Οι προδικαστικές αιτήσεις μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο που προχωρά η δίκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store