pretrial
pre
pri:
pri
trial
ˈtraɪəl
traiel
prairial

Ορισμός και σημασία του "pretrial"στα αγγλικά

01

προδικαστικός, προπαρασκευαστική ακρόαση

a meeting or process before a trial to plan the case and decide what will be discussed in court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pretrials
Παραδείγματα
The lawyers attended a pretrial conference. 

Οι δικηγόροι παρακολούθησαν μια προδικαστική σύσκεψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store