Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pressurize
01
ασκώ πίεση, αναγκάζω
to force someone to do something
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pressurize
γ΄ ενικό πρόσωπο
pressurizes
ενεστώτα μετοχή
pressurizing
απλός αόριστος
pressurized
παθητική μετοχή
pressurized
Παραδείγματα
The company's aggressive marketing tactics were designed to pressurize consumers into making impulse purchases.
Οι επιθετικές τακτικές μάρκετινγκ της εταιρείας σχεδιάστηκαν για να ασκήσουν πίεση στους καταναλωτές να κάνουν απρόσεκτες αγορές.
02
αυξάνω την πίεση, ασκώ πίεση
to raise the pressure in or of a system, container, or environment
Παραδείγματα
The engineer pressurizes the tank before conducting the test.
Ο μηχανικός ασκεί πίεση στη δεξαμενή πριν από τη διεξαγωγή της δοκιμής.
03
διατηρώ υπό πίεση, πιεστικοποιώ
to keep a system at a specified pressure over time
Παραδείγματα
The cabin is pressurized to keep passengers comfortable at high altitudes.
Το θάλαμο είναι υπό πίεση για να διατηρεί τους επιβάτες άνετους σε μεγάλα υψόμετρα.
Λεξικό Δέντρο
pressurized
pressurize
pressure
press



























