Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pressman
01
τυπογράφος, εκτυπωτής
someone whose occupation is printing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pressmen
02
δημοσιογράφος, ρεπόρτερ
a journalist employed to provide news stories for newspapers or broadcast media



























