Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Present tense
01
ενεστώτας, παρόν
a grammatical tense used to describe actions or states that are currently happening or are habitual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
present tenses
Παραδείγματα
In English, the verb "run" in "I run every morning" is in the present tense.
Στα αγγλικά, το ρήμα "τρέχω" στην πρόταση "Τρέχω κάθε πρωί" είναι στον ενεστώτα.



























