present tense
pre
ˈprɛ
pre
sent
zənt
zēnt
tense
tɛns
tens

Ορισμός και σημασία του "present tense"στα αγγλικά

01

ενεστώτας, παρόν

a grammatical tense used to describe actions or states that are currently happening or are habitual 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
present tenses
Παραδείγματα
In English, the verb "run" in "I run every morning" is in the present tense. 

Στα αγγλικά, το ρήμα "τρέχω" στην πρόταση "Τρέχω κάθε πρωί" είναι στον ενεστώτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store