Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prediction
02
πρόβλεψη, προγνωσμός
the act of saying what one thinks is going to happen in the future or what the outcome of something will be
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predictions
Παραδείγματα
Her bold prediction about the stock market shocked the financial community.
Η τολμηρή της πρόβλεψη για το χρηματιστήριο σόκαρε την οικονομική κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
prediction
predict



























