Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prediction
02
πρόβλεψη, προγνωσμός
the act of saying what one thinks is going to happen in the future or what the outcome of something will be
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predictions
Παραδείγματα
Her prediction about the weather was surprisingly accurate.
Η πρόβλεψή της για τον καιρό ήταν εκπληκτικά ακριβής.
Λεξικό Δέντρο
prediction
predict



























