preacher
prea
ˈpri:
pri
cher
ʧə
chē
bleacherfeature

Ορισμός και σημασία του "preacher"στα αγγλικά

01

ιεροκήρυκας, κήρυκας

a person who delivers religious messages or sermons to a congregation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
preachers
Παραδείγματα
The preacher spoke about forgiveness during the service. 

Ο ιεροκήρυκας μίλησε για τη συγχώρεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

preacher
preach
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store