Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pre-emptive strike
/pɹˈiːˈɛmptɪv stɹˈaɪk/
/pɹˈiːˈɛmptɪv stɹˈaɪk/
Pre-emptive strike
01
προληπτική απεργία, προληπτική επίθεση
a surprise attack that is launched in order to prevent the enemy from doing it to you
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pre-emptive strikes



























