prayerful
prayer
ˈpreɪɜr
preiēr
ful
fəl
fēl
/pɹˈe‍əfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "prayerful"στα αγγλικά

01

ευλαβής, προσευχητικός

inclined to pray or showing a reverent, devotional attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prayerful
συγκριτικός βαθμός
more prayerful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The atmosphere in the chapel was calm and prayerful.
Η ατμόσφαιρα στο παρεκκλήσι ήταν ήρεμη και προσευχητική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store