Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prayerful
01
ευλαβής, προσευχητικός
inclined to pray or showing a reverent, devotional attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prayerful
συγκριτικός βαθμός
more prayerful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She looked prayerful during the service.
Φαινόταν ευσεβής κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
Λεξικό Δέντρο
prayerful
prayer
pray



























