prayerful
pra
yer
ˈre
re
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "prayerful"στα αγγλικά

01

ευλαβής, προσευχητικός

inclined to pray or showing a reverent, devotional attitude 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prayerful
συγκριτικός βαθμός
more prayerful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She looked prayerful during the service. 

Φαινόταν ευσεβής κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store