Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pre-emptive strike
01
προληπτική απεργία, προληπτική επίθεση
a surprise attack that is launched in order to prevent the enemy from doing it to you
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pre-emptive strikes
LanGeek



























