Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pragmatic
01
πραγματικός, πρακτικός
based on reasonable and practical considerations rather than theory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pragmatic
συγκριτικός βαθμός
more pragmatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Facing a complex problem, the engineer proposed a pragmatic solution that considered both efficiency and feasibility.
Αντιμετωπίζοντας ένα πολύπλοκο πρόβλημα, ο μηχανικός πρότεινε μια πραγματιστική λύση που λαμβάνε υπόψη τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και τη σκοπιμότητα.
02
πραγματικός, σχετικός με τον πραγματισμό
related to the philosophy of pragmatism which focuses on practical and reasonable approaches to solving problems rather than theoretical ideals
Παραδείγματα
In negotiations, a pragmatic mindset helped find practical solutions for both sides.
Στις διαπραγματεύσεις, μια πραγματιστική νοοτροπία βοήθησε στην εύρεση πρακτικών λύσεων και για τις δύο πλευρές.
Pragmatic
01
πραγματικό, πραγματικό διάταγμα
an official decree or edict issued by a sovereign authority that is formally incorporated into the fundamental laws of a state or empire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pragmatics
Παραδείγματα
The king 's pragmatic became a cornerstone of the nation's constitutional framework.
Το πραγματικό του βασιλιά έγινε ακρογωνιαίος λίθος του συνταγματικού πλαισίου του έθνους.
Λεξικό Δέντρο
pragmatic
pragmat



























