powerboat
power
ˈpaʊə
pawe
boat
bəʊt
bewt

Ορισμός και σημασία του "powerboat"στα αγγλικά

01

ταχύπλοο, βάρκα αγώνων

a motorboat that can go very fast, used particularly in races 
powerboat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
powerboats
Παραδείγματα
They enjoyed the thrill of speeding across the lake in their sleek powerboat. 

Απολάμβαναν τη συγκίνηση του ταξιδιού με ταχύτητα στη λίμνη με το κομψό τους σκάφος ταχείας πλοήγησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

powerboat

power

+

boat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store