power unit
power
ˈpaʊə
pawe
u
ju:
yoo
nit
nɪt
nit

Ορισμός και σημασία του "power unit"στα αγγλικά

01

μονάδα ισχύος, ηλεκτρική μονάδα

a measure of electric power 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
power units

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store