Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Power unit
01
μονάδα ισχύος, ηλεκτρική μονάδα
a measure of electric power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power units
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μονάδα ισχύος, ηλεκτρική μονάδα